Το Μια αιωνιότητα και μια μέρα είναι μια διεθνής πολυβραβευμένη ελληνική ταινία σε σκηνοθεσία του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Η ταινία είναι του 1998 και πρωταγωνιστούν σε αυτήν οι Μπρούνο Γκαντζ, Ιζαμπέλ Ρενό, Φαμπρίτσιο Μπεντιβόλιο και Αχιλλέας Σκεύης.
Πλοκή
Η υπόθεση της ταινίας περιστρέφεται γύρω από τον Αλέξανδρο (Bruno Ganz), ένα μεσήλικα συγγραφέα. Αυτός ασχολείται με το ημιτελές ποίημα του Διονύσιου Σολωμού "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι" και προσπαθεί να βρει τις λέξεις που λείπουν από αυτό, αγοράζοντάς τες, όπως έκανε και ο Σολωμός για τις δικιές του, σύμφωνα με μία επικρατούσα άποψη. Εκείνες οι λέξεις όμως μπαίνουν για τα καλά στο παζλ της συμπλήρωσης αυτού του ημιτελούς δημιουργήματος για να στιγματίσουν και τη ζωή του ίδιου του Αλέξανδρου. Αλλά οι δυνάμεις του έχουν πλέον εξαντληθεί και ο ίδιος, κουρασμένος και μεσόκοπος, βαδίζει προς τα μονοπάτια του θανάτου. Ο χρόνος ζωής που του απομένει, ανήκει στις αναμνήσεις, στον απολογισμό μιας ζωής, γεμάτης από ανεκμετάλλευτες ευκαιρίες και λάθος κινήσεις. Μία τυχαία συνάντηση μ' ένα μικρό άστεγο αγόρι, παιδί των φαναριών θα του αλλάξει τις τελευταίες του στιγμές. Προσκολλάται σε αυτό το παιδί, αναβάλλει την «αναχώρησή» του και παρατείνει την αιωνιότητα κατά μία μέρα, για να μεταφέρει στον μικρό του φίλο κάτι από την γνώση του, ν' αφήσει τα ίχνη του πάνω σε κάποιον, μέσα από το βλέμμα του οποίου θα σωθεί εκείνος που φεύγει.
Διανομή
Μπρούνο Γκαντς ως Αλέξανδρος
Αχιλλέας Σκέυης ως παιδί των φαναριών
Φαμπρίτσιο Μπεντιβόλιο ως ποιητής
Ιζαμπέλ Ρενό ως Άννα
Δέσποινα Μπεμπεδέλη ως μητέρα Αλέξανδρου
Ίρις Χατζηαντωνίου ως κόρη Αλέξανδρου
Ελένη Γερασιμίδου ως Ουρανία
Βασίλης Σεϊμένης ως γαμπρός
Νίκος Κολοβός ως γιατρός
Νίκος Κούρος ως θείος Άννας
Αλεξάνδρα Λαδικού ως μητέρα Άννας
Αλέκος Ουδινότης ως πατέρας Άννας
Μιχάλης Γιαννάτος ως εισπράκτορας
Λάζαρος Ανδρέου
Τάνια Παλαιολόγου
Κριτικές
Η Αιωνιότητα έλαβε διθυραμβικές κριτικές, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Εκτός από τις εξαιρετικές κριτικές, η ταινία έλαβε Χρυσό Φοίνικα στο φεστιβάλ των Καννών και το Βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κέρδισε 7 βραβεία, για καλύτερη ταινία, καλύτερη σκηνοθεσία, καλύτερο σενάριο, καλύτερη μουσική, καλύτερη ηθοποιός β' γυναικείου ρόλου, καλύτερα κοστούμια και καλύτερα σκηνικά.
Η βαθμολογία της IMDb είναι 7,8/10, στο Rotten Tomatoes έχει κερδίσει μία άριστη βαθμολογία, με 95/100 (η υψηλότερη για ελληνική ταινία) και στο All movie έχει χαρακτηριστεί "αριστούργημα" με βαθμολογία 5/5, η μόνη ελληνική ταινία που έχει καταφέρει να πάρει την τέλεια βαθμολογία.
Το Ταξίδι στα Κύθηρα είναι μια ελληνική δραματική ταινία του 1984, σε σκηνοθεσία και παραγωγή Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Το σενάριο γράφτηκε από τον Τονίνο Γκουέρα, τον Θανάση Βαλτινό και τον Αγγελόπουλο. Πρωταγωνιστεί ο Μάνος Κατράκης.
Κέρδισε 2 βραβεία στο Φεστιβάλ Καννών, το βραβείο σεναρίου και το βραβείο Fipresci, ενώ προτάθηκε και για Χρυσό Φοίνικα.
Ο Αλέξανδρος (Τζούλιο Μπρόγκι) είναι σε αναζήτηση ενός ηλικιωμένου ηθοποιού. Τον συναντά τελικά σε ένα οπωροπωλείο και η ταινία του μπορεί να αρχίσει. Εδώ ο σκηνοθέτης τοποθετεί τον εαυτό του μέσα στο σενάριο. Ο Αλέξανδρος υποδέχεται τον πατέρα του, τον Σπύρο (Μάνος Κατράκης), πρώην κομμουνιστή που επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από 32 χρόνια εξορίας στην ΕΣΣΔ χάρη στην αμνηστία που αποδόθηκε με την πτώση της δικτατορίας το 1974. Ο Σπύρος ξαναβρίσκει τη γυναίκα του, την Κατερίνα (Δώρα Βολανάκη), το σπίτι του και κάποιους παλιούς συντρόφους. Η αρχική επανεύρεση του Σπύρου με την γυναίκα του είναι δύσκολη. Μετά την άρνηση του να συμμετάσχει στην ομαδική πώληση ενός κομματιού γης προς επιχειρηματική αξιοποίηση, ο Σπύρος έρχεται σε ρήξη με τον περίγυρο του χωριού και την συνολικότερη αντίληψη της κοινωνίας, εκπρόσωπος της οποίας εντός της οικογένειας του Σπύρου, η κόρη του Βούλα, η οποία σε αντίθεση με τον αδερφό της που τον στηρίζει στην επιστροφή του, επιμένει να συμμετάσχει ο πατέρας της στην πώληση της γης. Έχοντας περάσει 32 χρόνια ως την ημέρα της επιστροφής του, αδυνατεί να προσαρμοστεί στον τόπο καταγωγής του και να επικοινωνήσει με τους γύρω του. Μόνο η γυναίκα του τον καταλαβαίνει. Ή ίσως ο Σπύρος δεν έχει άλλον που θα μπορούσε να τον καταλάβει. Ο Σπύρος έχει ξαναπαντρευτεί και έχει και δυο παιδιά με τη δεύτερη γυναίκα του. Η Κατερίνα δεν μπορεί να το χωνέψει εύκολα αυτό. Αυτή τον περίμενε. Όμως καθώς εξελίσσεται η υπόθεση, ο Σπύρος αποκόβεται σχεδόν από όλους, και μένει μόνο η Κατερίνα δίπλα του.
Διανομή
Το σενάριο της ταινίας γράφτηκε από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Συνεργάστηκε ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός. Η ταινία βραβεύτηκε για το σενάριό της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αλλά και στο Φεστιβάλ των Καννών.
Η ταινία, γενικά, είναι γεμάτη από συμβολισμούς, που έχουν να δηλώσουν τόσο την ελληνική πραγματικότητα της εποχής της ταινίας, όσο και της εποχής του εμφυλίου. Όχι μόνο ένας πολιτικός σχολιασμός αυτών των εποχών και των ανθρώπων τους, αλλά και βαθύτερων προσωπικών ανθρώπινων αρχών, όπως το δέσιμο του με τη γη, ο αυτοπροσδιορισμός του στον χώρο/τόπο και τον χρόνο αλλά και ανάμεσα στους ανθρώπους και τις αξίες τους. Υπαρξιακή αναζήτηση μέσα στη ζωή του ατόμου που οι συγκυρίες δε τον έχουν δέσει με σταθερές και αποξενώνεται όσο και απομονώνεται.
Αξιοσημείωτα
Ήταν η τελευταία ταινία του Διονύση Παπαγιαννόπουλου και προτελευταία του Μάνου Κατράκη, καθώς και οι δύο έφυγαν από τη ζωή το 1984.
Το Τοπίο στην ομίχλη είναι μια ελληνική δραματική κινηματογραφική ταινία, σε σκηνοθεσία και παραγωγή του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το σενάριο ανήκει στον ίδιο τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Θανάση Βαλτινό και τον Τονίνο Γκουέρα.
Πλοκή
Η ιστορία της ταινίας περιστρέφεται γύρω από δύο παιδιά, τη Βούλα και τον Αλέξανδρο, που αποφασίζουν να ταξιδέψουν μόνα τους στη μυθική Γερμανία, καθώς πιστεύουν ότι εκεί θα βρουν τον πατέρα τους, τον οποίο επιθυμούν διακαώς να συναντήσουν.
Πηγαίνουν στην Αθήνα στον σιδηροδρομικό σταθμό και προσπαθούν να επιβιβαστούν στο τρένο για τη Γερμανία, αλλά τους κατεβάζουν, επειδή δεν έχουν εισιτήριο. Ένας αστυνομικός τα πηγαίνει σε έναν μακρινό θείο, που τον πείθει ότι τα παιδιά δεν έχουν πατέρα στη Γερμανία. Τον πληροφορεί ότι τους είπε ψέματα η μητέρα τους για να μη μάθουν την αλήθεια: έχουν διαφορετικούς πατεράδες, από περιστασιακές ερωτικές σχέσεις της. Αν και τα παιδιά κρυφακούν την συνομιλία, δεν πιστεύουν τον θείο τους. Μετά από μια χιονοθύελλα στο χωριό, καταφέρνουν να το σκάσουν.
Συνεχίζουν το ταξίδι τους και τελικά συναντούν έναν νεαρό, τον Ορέστη, ο οποίος έχει ένα χαλασμένο λεωφορείο. Αποφασίζει να τα πάρει μαζί του και τα παιδιά δέχονται. Ο Ορέστης είναι ο οδηγός ενός θιάσου, που παίζουν ένα έργο ελληνικής ιστορίας. Δεν έχουν πολλούς θεατές τελευταία.
Καθώς χωρίζουν οι δρόμοι του Ορέστη και των παιδιών, εκείνα συνεχίζουν να ψάχνουν τρόπο να φτάσουν στη Γερμανία. Βρίσκουν έναν οδηγό ενός φορτηγού. Αργότερα, όταν ο Αλέξανδρος κοιμάται, ο οδηγός βιάζει την Βούλα και το σκάει, σοκαρισμένος από την ίδια του την πράξη. Τα παιδιά σύντομα φτάνουν σε έναν άλλο σιδηροδρομικό σταθμό. Επιβιβάζονται σε ένα τρένο, αλλά βλέπουν τον ελεγκτή και καταφέρνουν την τελευταία στιγμή να του ξεφύγουν. Συναντούν και πάλι τον Ορέστη, που τους παίρνει μαζί με τη μοτοσικλέτα του. Φτάνουν σε ένα άδειο παραλιακό καφενείο και περπατάνε στην προκυμαία. Ξαφνικά, ένα μεγάλο μαρμάρινο χέρι κρεμασμένο από ένα ελικόπτερο βγαίνει από τη θάλασσα. Ο δείκτης του χεριού έχει κοπεί.
Ο Ορέστης αναγκάζεται να πουλήσει τη μοτοσικλέτα του, επειδή θα μπει στον στρατό. Συναντά τον αγοραστή αργότερα σε ένα μπαρ και υπονοείται ότι συνδέονται ερωτικά. Η Βούλα απογοητεύεται, καθώς τον είχε ερωτευτεί, και τα παιδιά φεύγουν και πάλι. Ο Ορέστης τα ψάχνει και τα βρίσκει σε έναν ερημωμένο αυτοκινητόδρομο. Παίρνει τη Βούλα στην αγκαλιά του και την παρηγορεί. Αποχαιρετιούνται για τελευταία φορά. Σε έναν άλλο σιδηροδρομικό σταθμό, ένας στρατιώτης δίνει χρήματα στη Βούλα για να αγοράσει εισιτήρια και τα παιδιά μπαίνουν στο τρένο για τη Γερμανία. Βγαίνουν λίγο πριν τον έλεγχο διαβατηρίων στα σύνορα. Συνειδητοποιούν ότι τα σύνορα είναι ένα ποτάμι και μπαίνουν σε μια μικρή βάρκα για να το διασχίσουν. Ξαφνικά, ακούγονται πυροβολισμοί από τους συνοριοφύλακες και ένα δέντρο διακρίνεται στην ομίχλη. Καθώς καθαρίζει η ομίχλη, η Βούλα και ο Αλέξανδρος τρέχουν προς το δέντρο και το αγκαλιάζουν.
Ηθοποιοί
Μιχάλης Ζέκε - Αλέξανδρος
Τάνια Παλαιολόγου - Βούλα
Στράτος Τζώρτζογλου - Ορέστης
Βασίλης Κολοβός - φορτηγατζής
Ηλίας Λογοθέτης - Γλάρος
Μιχάλης Γιαννάτος - σταθμάρχης Οινόης
Τούλα Σταθοπούλου - αστυνομικός
Γεράσιμος Σκιαδαρέσης - στρατιώτης
Δημήτρης Καμπερίδης - θείος
Τάσος Παλαντζίδης - συνοδός αμαξοστοιχίας 290
Μιχάλης Ζέκε - Αλέξανδρος
Βραβεία και διακρίσεις
Η ταινία κέρδισε το βραβείο νέου κινηματογράφου Interfilm στο Φεστιβάλ Βερολίνου,το βραβείο Silver Hugo στο φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σικάγου και το βραβείο «Ταινία της Χρονιάς» στα Βραβεία Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Επίσης, πήρε τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Βενετίας (Αργυρό Λέοντα, Βραβείο C.I.C.A.E., Βραβείο των φοιτητών του πανεπιστημίου 'La Sapienza'). Σύμφωνα με ψηφοφορία του περιοδικού Time η ταινία συμπεριλαμβάνεται στις 200 καλύτερες όλων των εποχών, κατακτώντας την 24η θέση.